Παραλλαγές

Η πρέφα έχει σαφείς κανόνες, τους οποίους εν πολλοίς έχουμε αναπτύξει σε επιμέρους σελίδες. Ωστόσο, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, παίζονται διάφορες παραλλαγές. Η κυριότερες από αυτές τις παραλλαγές αφορούν στην αντιστροφή του ζητούμενου της πρέφας, δηλαδή οι παίκτες επιδιώκουν να κάνουν όσο το δυνατόν λιγότερες μπάζες (μιζέρια, πολλές κλπ). Άλλες, πάλι, αφορούν στο τελείωμα της παρτίδας (καπικάδα κλπ). Υπάρχουν, επίσης, θέματα ήσσονος σημασίας, π.χ. κάποιοι δεν επιθυμούν να πριμοδοτούνται οι τέσσερις άσοι, άλλοι χαλάνε τις διανομές όταν υπάρχουν άποντα κλπ. Θα εξετάσουμε επί τροχάδην κάποιες από αυτές τις παραλλαγές.

Οι πολλές

Οι «πολλές» είναι, ίσως, η πιο ενδιαφέρουσα από τις παραλλαγές του παιχνιδιού. Πρόκειται για ελαφρά διαφοροποίηση που δεν δημιουργεί μεγάλες επιπλοκές στην ομαλή ροή των πραγμάτων, ούτε απαιτείται κάποια ιδιαίτερη γνώση για να παίξει κανείς τη συγκεκριμένη παραλλαγή. Απαιτείται, όμως, ιδιαίτερη τεχνική για να μπορέσει κανείς να παίξει σωστά τις «πολλές». Τι είναι, όμως, οι «πολλές»;

Έχουμε πει ότι αν και οι τρεις παίκτες δηλώσουν πάσο κατά την πλειοδοσία της αγοράς, τότε η διανομή χαλάει και μοιράζει ο επόμενος παίκτης. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται η συγκεκριμένη παραλλαγή και επιτάσσει να παιχτούν οι διανομές αυτές και οι παίκτες που κάνουν τις περισσότερες μπάζες πληρώνουν ανάλογα με τις μπάζες που κάνουν. Επειδή, ακριβώς, οι «πολλές» αφορούν στις διανομές στις οποίες και οι τρεις παίκτες δήλωσαν πάσο, η συγκεκριμένη παραλλαγή λέγεται και «πάσο, πάσο, πάσο», ή, πιο απλά, «πάσο, πάσο».

Ορισμένοι παίκτες υποστηρίζουν ότι με την παραλλαγή αυτή αποφεύγεται η καραμπίνα, δηλαδή το φαινόμενο να επαναπαύεται κανείς στα κέρδη που έχει αποκομίσει και να αποφεύγει τόσο να αγοράζει, όσο και να παίζει ως αμυνόμενος, με σκοπό να προστατεύσει τα κέρδη του. Αυτό δεν είναι σωστό, καθώς το αν θα αγοράσει κάποιος, ή όχι, είναι δικό του θέμα και δεν υπάρχει απολύτως καμία υποχρέωση να αγοράσει κανείς, ακόμη κι αν κρατά πολύ ισχυρό φύλλο, ενώ σε περίπτωση που κάποιος, εκ συστήματος, δεν παίζει ενώ έχει τις προϋποθέσεις, τότε πρόκειται απλώς για κακό παίκτη και θα πρέπει να αποφεύγεται το παιχνίδι μαζί του.

Ο κυριότερος λόγος να παίξουμε τη συγκεκριμένη παραλλαγή είναι ότι απαιτείται άριστη τεχνική κατάρτιση και το παιχνίδι έχει ιδιαίτερη ομορφιά, καθώς ο κάθε παίκτης προσπαθεί να ξεφορτωθεί τις μπάζες του. Ο λόγος που αρκετοί πρεφαδόροι αποφεύγουν τη συγκεκριμένη παραλλαγή, είναι ότι το παιχνίδι τραβά σε μάκρος, αλλά, κυρίως, είναι η σύγχυση που δημιουργείται κατά τη φάση της πλειοδοσίας της αγοράς. Πράγματι, όταν παίζουμε τις «πολλές», υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες αναγκαζόμαστε να μπούμε στην αγορά, ενώ δεν έχουμε τις προϋποθέσεις. Γι' αυτό το λόγο, στις «πολλές» είναι πολύ συχνές οι δηλώσεις «άμα μείνουν».

Εφόσον, λοιπόν, παίζουμε τις «πολλές» και οι τρεις παίκτες δηλώσουν πάσο κατά την πλειοδοσία της αγοράς, παίζεται η διανομή χωρίς ατού, ενώ τα φύλλα του τζόγου παραμένουν κλειστά στο τραπέζι. Στο τέλος του παιχνιδιού καταμετρώνται οι μπάζες και οι τρεις παίκτες ανεβάζουν κάσα ανάλογα με τις μπάζες που έχουν κάνει, αν π.χ. οι παίκτες κάνουν 3, 2 και 5 μπάζες, θα ανεβάσουν αντίστοιχα, 3, 2 και 5 κάσα, δηλαδή θα συνεισφέρουν στην κάσα ποσά ανάλογα με τις μπάζες που έκαναν. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα οι παίκτες θα συνεισφέρουν 30, 20 και 50 καπίκια αντίστοιχα.

Για να μειώσουμε τη χρονική επιβάρυνση που προκαλούν οι «πολλές», μπορούμε να αφαιρέσουμε τις λιγότερες μπάζες και να πληρώσουμε τις διαφορές. Οικονομικά είναι το ίδιο, απλώς μειώνεται λίγο ο χρόνος που απαιτείται για το μηδενισμό της κάσας και συνεπώς η διάρκεια του παιχνιδιού. Στο προηγούμενο παράδειγμα θα ανεβάσουν κάσα 3-2=1 και 5-2=3, μόνο ο πρώτος και ο τρίτος παίκτης, καθώς τις λιγότερες μπάζες (2) τις έκανε ο δεύτερος παίκτης.

Μιζέρια

Η μιζέρια είναι μια παραλλαγή που αφορά στην επιδίωξη κάποιου παίκτη να μην κάνει απολύτως καμία μπάζα. Πράγματι, όταν παίζουμε την παραλλαγή της μιζέριας, μπορεί κάποιος παίκτης που δήλωσε πάσο κατά την πλειοδοσία της αγοράς, να παρέμβει αργότερα και να δηλώσει «μιζέρια», που σημαίνει ότι θα παιχτεί η διανομή χωρίς ατού και χωρίς να ανοιχτούν τα φύλλα του τζόγου, και ο συγκεκριμένος παίκτης δεν πρέπει, τότε, να κάνει καμία μπάζα. Αν κάνει έστω και μια μπάζα, τότε ανεβάζει 10 κάσα, δηλαδή καταθέτει 100 καπίκια στην κάσα και μοιράζει ο επόμενος παίκτης.

Η μιζέρια έχει επιμέρους παραλλαγές, π.χ. χτυπητή, χωρίς ατού κλπ, και περιπλέκει αρκετά τόσο τη διαδικασία της πλειοδοσίας της αγοράς, όσο και την πληρωμή. Εξάλλου, είναι αρκετά σπάνιο να κρατά κάποιος φύλλο που να δικαιολογεί τη μιζέρια, επομένως, έχω την άποψη ότι πρόκειται για παραλλαγή που μάλλον δεν έχει μέλλον, αν και στην τεχνική τής εκτέλεσης μοιάζει αρκετά με τις «πολλές».   

Καπικάδα

Καπικάδα είναι μια παραλλαγή που αφορά στο τελείωμα της παρτίδας και όχι σ' αυτό καθαυτό το παιχνίδι. Η καπικάδα ορίζει ότι η παρτίδα δεν θα τελειώσει όταν μηδενιστούν τα καπίκια της (κοινής) κάσας, αλλά όταν ο πρώτος από τους τρεις παίκτες κατεβάσει την κάσα του. Αυτό δεν είναι απολύτως σαφές, όσον αφορά στην ουσία, αλλά έχει να κάνει περισσότερο με τον καθιερωμένο τρόπο γραφής στο κιτάπι. Πράγματι, ο καθιερωμένος τρόπος γραφής είναι να γράφουμε σε κάθε παίκτη την κάσα που καταθέτει αρχικά και κατόπιν να αφαιρούμε από εκεί τις αγορές που επιτυγχάνει ο παίκτης, ή αντίθετα να προσθέτουμε κάθε φορά που ο παίκτης αγοράζει και μπαίνει μέσα.

Παίζοντας καπικάδα, μόλις ένας από τους τρεις παίκτες μηδενίσει την κάσα του, το παιχνίδι τελειώνει και τότε λέμε ότι ο παίκτης αυτός βγήκε και κέρδισε την παρτίδα. Στην καπικάδα παρουσιάζεται, ενίοτε, το παράδοξο φαινόμενο ο παίκτης που κερδίζει την παρτίδα να μην κερδίζει απαραίτητα τα περισσότερα καπίκια. Κατά τη γνώμη μου η συγκεκριμένη παραλλαγή δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, ούτε απαιτείται κάποια ιδιαίτερη τεχνική για να παίξουμε καπικάδα, επομένως δεν βρίσκω το λόγο να παίζεται η παραλλαγή αυτή, παρ' όλα αυτά, η καπικάδα είναι πολύ διαδεδομένη στην Κρήτη και στα γύρω νησιά.

Θα κλείσουμε το θέμα αναφέροντας την εξής υποθετική περίπτωση: Κάποιος παίκτης έχει κάνει διαδοχικές αγορές και έχει «σβήσει» την κάσα του, ενώ οι παίκτες απέφυγαν να παίξουν στις αγορές αυτές. Σ' αυτή την περίπτωση, ο παίκτης που «βγήκε», μπορεί να κέρδισε, π.χ. 200 καπίκια. Αν, όμως οι παίκτες διεκδίκησαν τις μπάζες τους, μπορεί τα καπίκια να είναι, π.χ. 80. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι στην καπικάδα υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις στα κέρδη και στις ζημίες, ενώ το ποιος κερδίζει, ή χάνει μπορεί να κριθεί κυριολεκτικά στην τελευταία διανομή της παρτίδας.